Από τα αρχαιότερα χρόνια, από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν προσέδιδαν στο ωραίο και στο θεϊκό κοσμητικά επίθετα για να εκφράσουν το θαυμασμό τους και την αγάπη τους. Έτσι, οτιδήποτε συγκινούσε, οτιδήποτε προκαλούσε φόβο ή θαυμασμό, περνούσε στη σφαίρα του θείου, προσελάμβανε θείες διαστάσεις και κοσμείτο με πολλά και θαυμαστά επίθετα. Όλοι οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων είχαν περισσότερα από ένα ονόματα, ειδικά ο Δίας, η Αφροδίτη, η Αθηνά και ο Απόλλωνας. Αυτή η τάση του ανθρώπου να κοσμεί με επίθετα τους θεούς μεταφέρθηκε και στη χριστιανική θρησκεία.
Έτσι η Κουμανδαρία με τα πολλά επίθετά της, επιβεβαιώνει τη θέση της μεταξύ των θείων. Γιατί μόνο οι θεοί και τα θεία μπορούν να έχουν τόσα πολλά ονόματα. Θυμηθείτε τους αρχαίους θεούς με τα θαυμαστά επίθετα αλλά θυμηθείτε ιδιαίτερα την Αφροδίτη από τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων και την Παναγία από τη χριστιανική θρησκεία. Εκατοντάδες ονόματα προσπαθούν να αποδώσουν τη σημασία που είχε η Αφροδίτη για τους τότε πιστούς. Εκατοντάδες ονόματα κοσμούν την Παναγία, πασκίζοντας να αποδώσουν το πολυδιάστατο, το θεϊκό αλλά φιλάνθρωπο ρόλο της μητέρας του θεανθρώπου στον χριστιανικό κόσμο.
Οι δυο θεότητες έχουν συνδεθεί ιδιαίτερα με την Κύπρο και το λαό της. Από αυτό γεννήθηκε η ιδέα για μια μελέτη που να ερευνά τα διάφορα επίθετα της Αφροδίτης και της Παναγίας, και για μια προσπάθεια εξακρίβωσης κάποιων σχέσεων μεταξύ τους.
Αντλώντας κάποια παραδείγματα από αυτή την έρευνα, η ονομασία Παντάνασσα, ένα επίθετο της Παναγίας, φέρνει στο νου την αντίστοιχη λέξη Άνασσα, ένας τίτλος της Κύπριας Θεάς που βλέπουμε σε διάφορες επιγραφές από δωρεές των ιερέων της. Στα Κούκλια, Παλαίπαφος, η εκκλησία της Παναγίας κοντά στο ναό της Αφροδίτης, ήταν κάποτε γνωστή με το όνομα Παναγία η Αφροδίτισσα. Επίσης, το Ρόδο, έναν άνθος που συσχετίζεται με την Αφροδίτη, το συναντάμε να σχετίζεται και με την Παναγία με την ονομασία Ρόδον το Αμάραντο. Η Παναγία Γαλακτοτροφούσα θυμίζει την Αφροδίτη Κουροτρόφον. Στα Κούκλια, μέχρι πριν μερικά χρόνια, γυναίκες με νεογέννητα προσεύχονταν για γάλα μπροστά σε ένα μονόλιθο, στο ιερό της Αφροδίτης, αναφερόμενες στην Παναγία Γαλαταριώτισσα, και ικέτευαν κάνοντας το σημείο του σταυρού. Προηγουμένως προσεύχονταν μπροστά στην κωνική πέτρα, είδωλο της Αφροδίτης. Αργότερα το είδωλο μετακινήθηκε στο Μουσείο. Η λέξη χρυσή που χαρακτηρίζει διάφορα επίθετα της Παναγίας π.χ. Χρυσοπολίτισσα, Χρυσελεούσα, Χρυσοπαντάνασσα και άλλα πολλά μας θυμίζουν το επίθετο Χρυσή, ένα επίθετο της Αφροδίτης που συναντάμε σε πολλά αρχαία ελληνικά κείμενα.
Έτσι λοιπόν, μαζί με αυτές τις μοναδικές θεότητες η Κουμανδαρία προσεγγίζει το θείο αφού συγκέντρωσε ένα αριθμό επιθέτων, που κανένα άλλο κρασί στον κόσμο δεν χαίρεται. Ας μην ξεχνούμε ότι η λέξη οίνος έχει άμεση σχέση με την Αφροδίτη. Η ονομασία Venus προέρχεται από τη λέξη οίνος που στα λατινικά εξελίχθηκε σε oenus-Venus(Αφροδίτη) και σε vinum για το κρασί. Υπάρχει λοιπόν ένας τέτοιος συσχετισμός του κρασιού με τις θεότητες, που δεν απορεί κανείς που το κρασί έχει ταυτιστεί με την Αφροδίτη κι αργότερα με τον ίδιο τον Χριστό. Ειδικά στην Κύπρο, το κρασί έχει ρίζες βαθιές όσο και η Αφροδίτη, έτσι παρόλο που αυτή η θεά δεν λατρεύεται εδώ και πολλά χρόνια, εντούτοις κανείς δεν την ξεχνά. Ας ονομάσουμε τα σπουδαιότερα από αυτά τα επίθετα της Κουμανδαρίας κι ας αναλογιστούμε από πού προήλθαν:
Γλυκό κρασί της Κύπρου.
Κυπριακό Νάμα.
Κουμανδαρία.
Ο βασιλιάς των κρασιών και το κρασί των βασιλέων.
Ο Απόστολος των κρασιών.
Ο νικητής του πρώτου διεθνούς διαγωνισμού οίνου.
Το κρασί που προκάλεσε πόλεμο.
Το κρασί της θείας κοινωνίας.
Το κρασί με την αρχαιότερη ονομασία προέλευσης.
Ανοικτήρι γυναικών.
Το αρχαιότερο κρασί της Μεσογείου.
Το κρασί με τα περισσότερα ονόματα κι αρώματα.
Γλυκό κρασί της Κύπρου ονομαζόταν πριν τον Όμηρο κι αρκετά χρόνια μετά απ’ αυτόν, για να ξεχωρίζει από τα κρασιά άλλης προέλευσης, ένα όνομα που διατήρησε για χρόνια πολλά, ακόμη και μετά που πήρε το σημερινό του όνομα. Γλυκό κρασί κατασκευαζόταν στην Κύπρο πριν 6500 χρόνια, κάτι που αποδείχτηκε με τις ανασκαφές της Ερήμης και τις αναλύσεις που έγιναν στα κεραμικά αγγεία, πρόδρομους του αμφορέα, που βρέθηκαν στην περιοχή αυτή. Οι αναλύσεις έδειξαν ότι τα υπολείμματα στον πυθμένα των αγγείων προέρχονταν από κρασί και μάλιστα από γλυκό κρασί. Αυτό το γεγονός κατατάσσει το κρασί της Κύπρου, τον πρόδρομο δηλαδή της Κουμανδαρίας, σαν το αρχαιότερο κρασί της Μεσογείου και την Ερήμη σαν τη γενέτειρα του Ευρωπαϊκού κρασιού. Ο Ευριπίδης το ονόμασε Κυπριακό νάμα, κάτι που είναι συνώνυμο με το μάννα ή το νέκταρ των θεών. Αυτό το όνομα αναφέρει για το κυπριακό κρασί (=Κουμανδαρία) κι ένας άγνωστος ποιητής, σε ένα εξαιρετικό ποίημα που διασώθηκε στην “Παλατιανή Συλλογή”. Κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, κι όταν ο χριστιανισμός είχε επικρατήσει για καλά στο νησί της Αφροδίτης, το κρασί αυτό που χρησιμοποιούταν παλιά για σπονδές στους θεούς, έγινε το κρασί της θείας μετάληψης, έγινε το αίμα του θεανθρώπου. Όταν ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος στην πορεία του για την Ιερουσαλήμ στην Τρίτη Σταυροφορία, κατέλαβε την Κύπρο, αφαίμαξε το νησί από όλο τον πλούτο της. Παντρεύτηκε στο ναό του Αγίου Γεωργίου στη Λεμεσό τη Βερεγγάρια και γιόρτασε τους γάμους του με το κυπριακό νάμα ονομάζοντάς το «βασιλιά των κρασιών και κρασί των βασιλέων». Στη συνέχεια μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Λουζινιανούς και τη δημιουργία του φέουδου της Μεγάλης Κουμανδαρίας, το κυπριακό νάμα μετονομάστηκε σε Κουμανδαρία, γιατί παραγόταν στην περιοχή της Μεγάλης Κουμανδαρίας, που βρισκόταν στην επαρχία Λεμεσού και περιελάμβανε 44 χωριά. Ακριβώς, επειδή παραγόταν σε μια συγκεκριμένη περιοχή, με συγκεκριμένη και αναλλοίωτη τεχνολογία, θεωρείται το μοναδικό κρασί με την αρχαιότερη ονομασία προέλευσης που κατασκευάζεται ακόμη μέχρι σήμερα.
Εκείνη την εποχή και συγκεκριμένα το 1224, ο Γάλλος βασιλιάς Φίλιππος Αύγουστος, φίλος θερμός του κρασιού, είχε την έμπνευση να διοργανώσει τον πρώτο διεθνή διαγωνισμό κρασιού, έτσι έδωσε εντολή και μάζεψαν κρασιά από όλο τον γνωστό τότε κόσμο, φυσικά και από την Κύπρο, που ήταν τότε υπό την κυριαρχία των Φράγκων. Στο διαγωνισμό αυτό η Κουμανδαρία βρέθηκε το καλύτερο κρασί από όλα, «έλαμψε πρώτη σαν αστέρι», λέει ο ποιητής Ανρί ντ’ Αντέλι, που κατέγραψε κάθε λεπτομέρεια αυτού του διαγωνισμού στο ποίημά του «Ο πόλεμος των κρασιών». Έτσι η Κουμανδαρία έγινε το κρασί που κέρδισε τον πρώτο διεθνή διαγωνισμό, ενώ ο Φίλιππος την ονόμασε «Απόστολο των κρασιών».
Η φήμη της Κουμανδαρίας συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας παρόλο που η παραγωγή της καταπιέστηκε πολύ από την Οθωμανική Αυτοκρατορία που επέβαλλε μεγάλους φόρους.. Ανεξάρτητα με αυτό η Κουμανδαρία βρισκόταν στα καλύτερα τραπέζια της Ευρώπης, οι δε Γάλλοι είχαν επινοήσει και μια συνταγή που προσπαθούσε να μιμηθεί την Κουμανδαρία, η οποία σερβιριζόταν στα καπηλειά και στα καφέ του Παρισιού της εποχής εκείνης.
Δυστυχώς, μετά τον 18ο αιώνα δεν μπόρεσε να διατηρήσει τη φήμη της στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά, αφού άλλα επιδόρπια κρασιά άρχισαν να κερδίζουν έδαφος και να γίνονται αγαπητά πρώτα στην Αγγλία και μετά σε όλη την Ευρώπη. Η Αγγλία τότε καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την εμπορία του κρασιού, ένεκα της μεγάλης αγοράς της και της αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας. Δυστυχώς η προτίμηση των Άγγλων για το κυπριακό σιέρυ, εμπόδισε την Κουμανδαρία να εισέλθει δυνατά στην αγγλική αγορά, κάτι που φάνηκε ιδιαίτερα αρνητικό για το μέλλον της.
Μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η παραγωγή και η εμπορία της Κουμανδαρίας αναβαθμίστηκε, αλλά ήταν πολύ αργά πια για να κυριεύσει την Ευρώπη και τον κόσμο με την ποιότητά της. Σήμερα γίνονται μεγάλες προσπάθειες για την προώθηση της, αλλά υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός από παρόμοια κρασιά που στο μεταξύ έχουν γίνει πασίγνωστα. Η Κουμανδαρία παίρνει τακτικά μέρος σε διεθνείς διαγωνισμούς κρασιών κι εκεί πραγματικά σαρώνει τα βραβεία και κερδίζει εντυπώσεις. Σε ένα τέτοιο διαγωνισμό ένας από τους κριτές ήταν τόσο ενθουσιασμένος που κατά την απονομή του χρυσού μεταλλίου και τις γιορταστικές εκδηλώσεις, που ακολούθησαν, την ονόμασε «Ανοικτήρι γυναικών», εξηγώντας ότι είναι τόσο γλυκό και αιθέριο κρασί που καμιά γυναίκα δεν θα αντιστεκόταν στον άντρα μετά την κατανάλωση αυτού του θεϊκού ποτού.
Ο Κυριάκος Δ. Παπαδόπουλος.
Oινολόγος και συγγραφέας τεχνικών και ιστορικών βιβλίων.